Ψηφοθήρες μπουρμπουριστοί

Σαλιγκάρι και πολιτικός. Το ένα γαστερόποδο, το άλλο δίποδο. Το ένα πνευμονοφόρο, το άλλο θανατηφόρο. Το ένα μαλάκιο, το άλλο… με τον Τοτό, το ξέρεις; Δύο είδη φαινομενικά διαφορετικά. Έχεις σκεφτεί, όμως, πόσα κοινά έχουν αυτά μεταξύ τους; Το έκανα εγώ για σένα ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, γιατί εκτός από την εθνική μου συνείδηση, ξύπνησε μέσα μου και το animal planet.

Τα σαλιγκάρια, όπως και τα σκουλήκια είναι οργανισμοί ευαίσθητοι στην απώλεια του νερού. Το καλοκαίρι κορακιάζουν, σαφρακιάζουν, κλείνονται στο καβούκι τους και περιμένουν τη νέα περίοδο αφθονίας, δηλαδή τις βροχές για να ξεμυτίσουν, να κάνουν τα μπάνια τους και να στρώσουν επιδερμίδα. Από την άλλη, οι πολιτικοί (εν ενεργεία και επίδοξοι) είναι οργανισμοί ευαίσθητοι στην απώλεια των ψήφων. Κατά τη διάρκεια μίας θητείας, κατεβάζουν στροφές, πέφτουν σε χειμερία νάρκη και περιμένουν τη νέα περίοδο ψηφοθηρίας, δηλαδή την προεκλογική περίοδο, για να φορέσουν το κοστουμάκι τους, να φτιάξουν το μαλλάκι τους, να παρευρεθούν σε κοινωνικές εκδηλώσεις και να πουλήσουν μούρη.

Τα σαλιγκάρια, αφού κλείσουν το διάφραγμά τους, συνήθως κολλούν σε κλαριά θάμνων ψηλότερα από το έδαφος, επειδή εκεί επικρατεί χαμηλότερη θερμοκρασία. Οι πολιτικοί, αφού κλείσουν τον συνδυασμό με τον οποίο θα κατέβουν στις εκλογές, συνήθως κολλούν σε παρελάσεις, δοξολογίες, πανηγύρια και κοπές πίτας, επειδή εκεί υπάρχει αθρόα προσέλευση κόσμου. Με την έναρξη των βροχών και την αύξηση της υγρασίας, τα σαλιγκάρια βγαίνουν από τις κρυψώνες τους, ανοίγουν το διάφραγμα και αρχίζουν να βοσκούν. Ομοίως, με την έναρξη της προεκλογικής περιόδου, οι υποψήφιοι βγαίνουν στη γύρα, ανοίγουν το τεφτέρι τους και αρχίζουν να καταγράφουν ψηφοφόρους. Δηλαδή, τα σαλιγκάρια μαζεύουν νερό για να επιβιώσουν το καλοκαίρι και αντίστοιχα οι πολιτικοί μαζεύουν ψήφους για να επιβιώσουν στην αυτοδιοίκηση.

Στο πλαίσιο αυτής της αποστολής και τα δύο πλάσματα εκκρίνουν μία γλοιώδη ουσία. Οι εκκρίσεις του σαλιγκαριού είναι ένα είδος βλέννας που καλύπτει και προστατεύει τα εξωτερικά μέρη του σώματός του κατά το έρπειν, ενώ στην περίπτωση του υποψηφίου είναι καθαρά σάλια, με τα οποία προσεγγίζει και παγιδεύει ευκολότερα το θήραμά του, κατά το κυνήγι. Όταν μάλιστα αυτό γίνεται απροκάλυπτα, τότε ο πολιτικός παρουσιάζει περισσότερες ομοιότητες με έναν συγκεκριμένο τύπο σαλιγκαριού, τον γυμνοσάλιαγκα, ο οποίος είναι εξίσου επιδειξιομανής. Λόγω της λαχτάρας του για νερό, ξεχνάει σπίτια και ρούχα και βγαίνει στην ύπαιθρο, όπως τον γέννησε η μάνα του η σαλιγκαρίνα, για να γεμίσει τα μπιτόνια του. Το ίδιο κάνει και ο ψηφοθήρας. Θέλει τόσο πολύ να μας κάτσει στο σβέρκο για τέσσερα χρόνια, που αγνοεί τα προσχήματα και τους τύπους και στριμώχνεται στην πρώτη σειρά μαζί με άλλους εκατό, ομοίους του για να μας δείξει ότι ήταν κι αυτός εκεί. «Εγώ ήρθα στην εκδήλωσή σου. Εσύ θα έρθεις να με ψηφίσεις;». «Εγώ στηρίζω το έργο του Συλλόγου σου, εσύ θα μας στηρίξεις στις εκλογές»; «Εγώ χειροκρότησα το παιδί σου στην παρέλαση, εσύ θα με χειροκροτήσεις όταν ανέβω στο βάθρο της αυτοδιοίκησης»; Βάλε ζακέτα πριν ανέβεις, γιατί θα κάνει κρύο εκεί ψηλά.

Από την άλλη, το σαλιγκάρι δεν είναι τόσο κοινωνικό, ούτε ζητάει ανταλλάγματα. Δεν θα πει στον άνθρωπο «μη με φας κι εγώ θα βάλω το παιδί σου στο δημόσιο». Ούτε θα μπει στον κόπο να κρυφτεί σε χόρτα και θάμνους μόλις ακούσει βήματα στο βουνό. Κάθεται εκεί πέρα ήσυχο, ήσυχο, το μαζεύουν, πηγαίνει βόλτα μέσα στη σακούλα, αλλάζει παραστάσεις, κάνει μία υποτυπώδη προσπάθεια να διαφύγει, σκαρφαλώνοντας σε πλακάκια, ντουλάπια, νεροχύτες, αλλά όταν συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει σωτηρία, το παίρνει απόφαση και γίνεται σούπα. Σε αντίθεση με τον υποψήφιο, που θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να περάσει το δικό του. Θα δίνει συνεντεύξεις, θα κατηγορεί τους αντιπάλους του, θα βγαίνει συνέχεια φωτογραφίες, θα πλασάρει τον εαυτό του ως επίσημο, θα χαιρετίζει κάθε εκδήλωση, η οποία ανταγωνίζεται σε διάρκεια τον Μπεν Χουρ και γενικά για πέντε-έξι μήνες θα μας στοιχειώνει στον ύπνο μας και στον ξύπνιο μας μέχρι να εξασφαλίσει μία θέση στο δημοτικό ή περιφερειακό συμβούλιο. Τουλάχιστον, αν μπορούσε να γίνει κι αυτός μπουρμπουριστός, θα είχε μία χρησιμότητα παραπάνω.