Πρωτεύουσα παντός καιρού

Εμείς, υπερβολικοί; Θα σου βάλω πιπέρι στο στόμα. Πες μας τοπικιστές, πες μας εγωπαθείς, πες μας «ψώνια», αλλά όχι και υπερβολικούς. Δεν ισχυριζόμαστε κάτι που δεν ισχύει. Είμαστε πρωτεύουσα από το 1833… δε ζει κι ο Όθωνας για να το επιβεβαιώσει. Δεν παίρνουμε ποτέ ρεπό απ’ τον τίτλο. Τον κατέχουμε όλες τις εποχές του χρόνου. Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνα. Πάει με όλα, σαν την ταμπά τσάντα.  Φοριέται το Τριώδιο, το Πάσχα, τον Δεκαπενταύγουστο, φοριέται και τα Χριστούγεννα. Εφόσον είμαστε Πρωτεύουσα παντός καιρού, γιατί να το κρύψουμε; Ό,τι έχει διαλαλεί κανείς. Ο μανάβης τις ντομάτες του, ο χασάπης τα συκώτια του, το Epsilon τις κουμτέλ του κι εμείς τον τίτλο μας.

Άρα, γιατί να μη λεγόμαστε «Πρωτεύουσα των Χριστουγέννων»; Γιατί δεν είμαστε εμείς, αλλά το Rothenburg-ob-der-Tauber στη Γερμανία; Ποιος θα πάει, καλέ, σε μια πόλη που καλά-καλά δεν μπορεί να προφέρει; Θα με ρωτήσεις βέβαια «γιατί, ποιος ήρθε φέτος εδώ;»… Δεν έχει καμία σημασία. Το «Σύρος» είναι πιο εύηχο. Και η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ όταν ρωτήθηκε στις «Χρυσές Σφαίρες» τι της αρέσει από την Ελλάδα, απάντησε «horta» και «fava». Δεν είπε «οι Θρακομακεδόνες». Άρα, γιατί να μην περάσει στη συνείδηση του κόσμου ότι η Σύρος –πρόσεξέ με… δύο συλλαβές Συ-ρος- είναι η πρωτεύουσα των Χριστουγέννων;

Τι παραπάνω έχει το Rothenburg-ob-der-Tauber για να δικαιούται τον τίτλο; Μουσεία Χριστουγέννων με στολίδια από το 18ο αιώνα μέχρι σήμερα; Οι αντίκες κάνουν τη διαφορά; Να φέρω κι εγώ τότε στις επόμενες γιορτές κάτι φουσκωτά αγιοβασιλάκια της μάνας μου από το ’80 να τα αμολήσουμε στον πεζόδρομο. Θέλεις να πεις δηλαδή, ότι εμείς με τόσες εκδηλώσεις, δεν μπορούμε να διεκδικούμε τον τίτλο; Δεν ανάψαμε το δέντρο μας; Δεν είχαμε παιδικές παραστάσεις; Δεν έγιναν συναυλίες; Δεν είχαμε παιδικές παραστάσεις; Δεν ανοίξαμε το «Σπίτι του Αι-Βασίλη»; Δεν είχαμε παιδικές παραστάσεις; Δεν διοργανώσαμε χορευτικά δρώμενα; Δεν είχαμε παιδικές παραστάσεις; Δεν ξέρω αν το ανέφερα, αλλά είχαμε και πολλές παιδικές παραστάσεις. Και μου λες εσύ ότι δεν αξίζουμε εμείς τον τίτλο της «πρωτεύουσας των Χριστουγέννων» αλλά η Πράγα, η Βιέννη και η Βουδαπέστη; Μα τι ξεπερασμένες αντιλήψεις είναι αυτές; Πρέπει να γίνει μια ανακατάταξη στους top χριστουγεννιάτικους προορισμούς. Γιατί να ξενιτεύεσαι χρονιάρες μέρες και να κάνεις εντατικά μαθήματα ξένων γλωσσών για να ευχηθείς «Veselé Vánoce!», «Frohe Weihnachten!» και «Boldog Karácsonyt»; Πάρε το πλοίο, όποτε έχει κι έλα εδώ, να πεις «Καλά Χριστούγεννα» χωρίς να στραμπουλήσεις και τη γλώσσα σου.

Κι επειδή είμαστε μια πολυδιάστατη πρωτεύουσα, τώρα διαβάζω ότι θα μπορούσαμε να εκμεταλλευτούμε τουριστικά και το γεγονός ότι χιονίζει σε όλο τον πλανήτη, εκτός από το νησί μας. Παίρνουμε δηλαδή αυτά που για κάποιους θεωρούνται μειονεκτήματα και τα πλασάρουμε ως προτερήματα. Υπάρχει και προτεινόμενο σλόγκαν. «Σύρος: ο παράδεισος της καλοκαιρίας στη μέση του χειμώνα». Και επαναλαμβάνω… όχι δεν είμαστε υπερβολικοί, ούτε φαντασιόπληκτοι. Είμαστε ρεαλιστές. Υπάρχει κόσμος που υποφέρει από το κρύο και δεν ρισκάρει την πνευμονία για μία selfie με χιονάνθρωπο. Γιατί να μην πείσουμε όλους αυτούς να αφήσουν τις παγωμένες πόλεις τους με τα χιονισμένα τοπία, τις κάτασπρες ταράτσες και τους κλειστούς δρόμους και να έρθουν στη «θερμή» Σύρο να ζεσταθεί το κοκαλάκι τους; Ποια Κανάρια Νησιά; Ποιο Πράσινο Ακρωτήρι και ποια Δομινικανή Δημοκρατία; Σύμφωνα με τα φωτεινά μυαλά του τόπου μας εδώ έχει συνέχεια καλοκαίρι. Δεν κρυώνουμε, δεν τουρτουρίζουμε, δεν ντυνόμαστε σαν κρεμμύδια. Κι αυτά τα πλεονεκτήματα θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν ως τουριστικό εργαλείο. «Ενώ όλη η Ελλάδα, όλα τα Βαλκάνια, όλη η Ευρώπη κι όλος ο κόσμος βρίσκεται στην κατάψυξη, στη Σύρο σκάει ο τζίτζικας. Πετάξτε τα μπουφάν, πετάξτε κασκόλ και σκούφους, βάλτε το μαγιό σας και ελάτε να κολυμπήσετε στα καυτά νερά της πρωτεύουσας της καλοκαιρίας».

Και το κακό δεν είναι ότι όλα αυτά τα λέμε και τα γράφουμε δημόσια, τα πιστεύουμε κιόλας. Η μεγαλομανία μας σε συνδυασμό με τον διακαή πόθο να διαφοροποιούμαστε και να υπερέχουμε από το μπούγιο μας ωθεί όχι μόνο στο να υπερεκτιμούμε τις δυνατότητές μας, αλλά και να γινόμαστε αντικείμενο σχολιασμού για τις -εκτός τόπου και χρόνου- «εμπνεύσεις» μας. Θα μου πεις βέβαια, πρωτεύουσα είμαστε, οτιθελουμελέμε, αλλά για να μη γίνουμε κάποια στιγμή και «πρωτεύουσα της λεμονόκουπας», ίσως θα έπρεπε να είμαστε πιο μετριόφρονες και πιο φειδωλοί στον τρόπο που αυτοθαυμαζόμαστε. Και με μέτρο η ηλιοθεραπεία.