Αμόλα καλούμπα

Μέρα που είναι είπες να τηρήσεις το έθιμο.

Καθαρή Δευτέρα κι εσύ εκεί, στην απλωσιά της φύσης, με τον χαρταετό στα χέρια, να κοιτάζεις διερευνητικά τον ουρανό.

Μία σκιά αμφιβολίας στο βλέμμα. Όχι για τον ουρανό, αυτός είναι πάντα εκεί, να απλώνεται ορθάνοιχτος για να δεχτεί το πέταγμα. Όχι για τον χαρταετό, αυτός είναι ελαφρύς και καλοζυγιασμένος, έτοιμος να υψωθεί και κουνώντας την πλουμιστή ουρά του να κάνει νάζια στα σύννεφα. Όχι για τον καιρό, αυτός ακόμα και άστατος κάποια στιγμή μερεύει. Όχι για τον άνεμο, αυτός και να σου σκίσει τον αετό θα φτιάξεις καινούριο και να τον πάρει ψηλά θα κόψεις την καλούμπα και πάμε γι’ άλλα. Αλλά να ρε φίλε, γι’ αυτό το πέταγμα.

Αμάν αδερφάκι μου, το βλέπω ότι ετοιμάζεσαι ν’ αρχίσεις πάλι τις γρουσουζιές.

Αυτό το πέταγμα… και ότι μπορεί να σου προκαλεί.

Να πετάξεις μαζί με τον χαρταετό και ότι σου χαλάει την ηρεμία, ότι σάπιο υπάρχει γύρω ή ακόμα να πετάξεις την ψυχή σου ελεύθερη να ξεχυθεί στον ουρανό και το μυαλό σου ανοιχτό στην άπλα του ορίζοντα.

Ξέρεις, από το πόσο στραβόξυλο είσαι, καταλαβαίνω ότι θα επιχειρήσεις την πρώτη εκδοχή και θα παλέψεις για τη δεύτερη.

Μάζεψε την μιζέρια και την κακομοιριά της νοοτροπίας που σέρνεται στα στενά της πόλης από κάθε είδους παραγοντίσκο, από κάθε αποτυχημένο που θέλει να γίνει κάποιος, από το κάθε τίποτα που λυσσάει να γίνει κάτι και πέτα τες με δύναμη.

Κάνε κουβάρι και πέταξε μακριά κάθε φούσκα δήθεν μεγαλόπνοων οραμάτων, κάθε παραμύθι φανταχτερών υποσχέσεων, κάθε υποκρισία πομπωδών δεσμεύσεων, με τα οποία προσπαθούν να σε θαμπώσουν για να κερδίσουν την εύνοια σου.

Δέσε σε όλα αυτά το σχοινί και πέταξε τα, αμόλα την καλούμπα να φύγουν όσο πιο μακριά σου γίνεται, στριμμένε, ε στριμμένε.

Μετά, ξαλαφρωμένος πάρε το όνειρο σου στα χέρια και ψάξε για εκείνο το άνοιγμα στα σύννεφα που φαίνεται καθαρός ουρανός.

Έναν ουρανό ρε παιδιά, έναν οποιονδήποτε ουρανό, αρκεί να είναι ανοιχτός κι απέραντος.

Πάρε φόρα, ύψωσε τον χαρταετό σου, κοίτα ψηλά – όχι προς τον ήλιο βρε βλάκα, στραβώνεσαι - και αμόλα καλούμπα.

«…φώτισε ο ουρανός, να η καρδιά μου πέταξε κόκκινος χαρταετός».

Όσο το αεράκι δίνει ώθηση τόσο ανεβαίνει ψηλότερα κι ανοίγει διάπλατα η ψυχή, ελευθερωμένη.

Έτσι για να νοιώσεις ότι ξέφυγες βρε αδερφέ από την αποβλάκωση και πήγες λίγο παραπάνω.

Κι αν κάνει πως στριφογυρίζει και φοβηθείς ότι θα βουτήξει στο κενό, αμόλα καλούμπα να γλιτώσεις την πτώση.

Κι όλο πιο ψηλά. Φύσα βρε. Κι όλο πιο ψηλά.

Και να η αίσθηση της ελευθερίας να σε ξαλαφρώνει και να το άνοιγμα του μυαλού να σε δυναμώνει.

Αμόλα καλούμπα ώσπου να χαθεί ο χάρτινος αετός σου στα σύννεφα, ώσπου το σχοινί να αρχίσει να βαραίνει.

«…Το σηκώνεις κόντρα στον άνεμο, πάντα κόντρα στον άνεμο.

Αν όμως λύσεις όλη την καλούμπα, δεν μαζεύεται μετά και πρέπει να τον κόψεις και έτσι δεν ξέρεις ποτέ που και πως θα φτάσει».

Μα τι σε νοιάζει. Αρκεί που πέταξε και μαζί μ’ αυτόν αμόλησες και την καλούμπα που είχες κουβάρι μέσα σου.