Υπερψήφιση με προβληματική πλειοψηφία

Υπερψηφίστηκε και το δεύτερο πακέτο των προαπαιτούμενων μέτρων, χωρίς η κυβέρνηση να μετρήσει νέες απώλειες ψήφων, με το ρήγμα όμως στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ να υφίσταται και να ζητά άμεσες λύσεις.

Η δεύτερη ψηφοφορία της Βουλής για τα μέτρα της συμφωνίας της Συνόδου Κορυφής, έληξε με την συγκέντρωση 230 θετικών ψήφων επί συνόλου 298 βουλευτών, με τους διαφωνούντες της κυβερνητικής παράταξης να διαφοροποιούνται ελαφρώς, καθώς θετικά ψήφισαν οι 139 βουλευτές της, καταψήφισαν 31 και 5 «παρών», διατηρώντας σε κάθε περίπτωση μία προβληματική πλειοψηφία.

Η έκπληξη της ψηφοφορίας ήρθε από τον πρώην υπυοργό Οικονομικών Γ. Βαρουφάκη, ο οποίος επέλεξε να λειτουργήσει αυτόνομα μετατρέποντας το «όχι» της πρώτης ψηφοφορίας σε «ναι», αιτιολογώντας ως διάθεση χρόνου προς την κυβέρνηση, προκειμένου να προετοιμάσει την αντίσταση του έναντι των εκβιαστικών τακτικών των πιστωτών.

Παράλληλα υποστήριξε πως και τα δύο άρθρα του νομοθετήματος ήταν μέρος των δικών του προτάσεων, όπως τις είχε καταθέσει στην πρόταση της 20ης Φεβρουαρίου της κυβέρνησης

Όσον αφορά στον κύριο εκφραστή της αριστερής πλατφόρμας του ΣΥΡΙΖΑ, Παναγιώτη Λαφαζάνη, για ακόμα μάι φορά εξέφρασε τη διαφωνία ως προς το νομοθέτημα, καταψηφίζοντας το, συμπληρώνοντας όμως ότι στηρίζει την κυβέρνηση και παραμένει στο κόμμα, το οποίο παραμένει ενωμένο με τις διαφορετικότητες του.

Λόγος διαφοροποίησης από την Πρόεδρο της Βουλής

Στο στόχαστρο για ακόμα μία φορά η Πρόεδρος της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία για ακόμα μία φορά άσκησε έντονη κριτική τόσο όσον αφορά στη διαδικασία όσο και κατά της συμφωνίας, κάνοντας λόγο για «κατάλυση της Δημοκρατίας» και «εκτροπή», έναντι της οποίας ζήτησε να λάβουν θέση οι ευρωπαίοι ομόλογοι της.

Σχετική επιστολή απέστειλε προς τον Πρωθυπουργό και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, λαμβάνοντας από τον δεύτερο απάντηση μέσω της οποίας ο Π. Παυλόπουλος αρνείται ουσιαστικά να αναλάβει τον ρόλο διακομιστή, προς τους ευρωπαίους ομολόγους του, των προσωπικών απόψεων της Προέδρου της Βουλής.

Ως «θεσμική δυσαρμονία» χαρακτήρισε την στάση της κ. Κωνσταντοπούλου ο πρωθυπουργός, μετά την ιδιαίτερη συνάντηση τους στο Μέγαρο Μαξίμου, μία ημέρα μετά την ψηφοφορία, συμπληρώνοντας με σαφές υπονοούμενο πως επιλέγει να διαφοροποιείται από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που την στηρίζει».

Από την πλευρά της η Πρόεδρος της Βουλής μίλησε για «συνοχή της αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ», ενώ σε αντιδιαστολή με τους υψηλούς τόνους της αντίδρασης της συμπλήρωσε ότι «είναι αδιαπραγμάτευτη η κοινή στράτευση του πρωθυπουργού και η δική μου στην υπεράσπιση των συμφερόντων του λαού, της λαϊκής κυριαρχίας και σε τέτοια στιγμή που δοκιμάζονται οι θεσμικές εκπροσωπήσεις και οι πολιτικές τοποθετήσεις έχει σημασία οι εκπρόσωποι ακριβώς των θεσμών με ειλικρίνεια και αμεσότητα ακόμη και αν έχουν διαφορετικές απόψεις και προσεγγίσεις, να συνεννοούνται και να βρίσκουν λύσεις».

Επί των ενστάσεων

Στα όσα ειπώθηκαν από την Ζωή Κωνσταντοπούλου εντός του κοινοβουλίου, αιτιολογώντας η ίδια την αρνητική της ψήφο, δύσκολα θα υπάρξουν αμφισβητήσεις επί της ουσίας τους.

Σαφώς και η όποια στοχοποίηση της, για καθαρά πολιτικούς λόγους, θα ήταν ίσως η πλέον εύκολη και ανέξοδη πρακτική, η οποία όμως στερείται της βαρύτητας του αντίλογου, καθώς αυτά που επικαλέστηκε είναι πραγματικά.

Είναι πέραν της όποιας αμφισβήτησης πως με το κατεπείγον της διαδικασίας, δεν υπήρξε το περιθώριο επαρκούς ενημέρωσης των βουλευτών για το κείμενο των 977 σελίδων του νομοσχεδίου, το οποίο κλήθηκαν να ψηφίσουν.

Παράλληλα, η έλλειψη εγγυήσεων για την συνταγματική νομιμότητα είναι εμφανής, όσον αφορά στα 1.008 άρθρα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και εκείνα του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που περιλαμβάνοντας στον 1ο άρθρο του νομοσχεδίου και τα 130 άρθρα περί ενσωμάτωσης οδηγίας της Ε.Ε., που περιλαμβάνονταν στο 2ο άρθρο.

Δεν πρόκειται για τίποτε άλλο πέραν του ωμού εκβιασμού και της απειλής για άτακτη χρεοκοπία, που υποχρέωσε τους Έλληνες βουλευτές να υπερψηφίσουν το νομοθέτημα αυτό, το οποίο δεν πιστεύουν, μέσω του οποίου είναι σαφές πως «επιχειρείται μείζων παρέμβαση στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και στην άσκηση των δικαιωμάτων των πολιτών, κατά τρόπο που καταλύει τόσο την λειτουργία της Ελληνικής Δημοκρατίας ως κοινωνικού κράτους δικαίου».

Από την άλλη πλευρά όμως, μέσα από την σκληρή αυτή συμφωνία, ατελέσφορων πρακτικών, όπως αποδείχθηκε και από τα δύο προηγούμενα προγράμματα που επιβλήθηκαν στην χώρα, δίνεται η ευκαιρία, μέσω του χρόνου που κέρδισε η κυβέρνηση, όσον αφορά στην τραπεζική εξομάλυνση, να διαμορφώσει πολιτικές τέτοιες που θα επιτρέψουν την λιγότερη δυνατή επιβάρυνση των μικρομεσαίων τάξεων.

Άλλωστε εκ μέρους του συνόλου των κυβερνητικών στελεχών και σε όλους τους τόνους επαναλαμβάνεται η προοπτική άσκησης πολιτικών που θα λειτουργήσουν αντισταθμιστικά προς όφελος των πολιτών, με εφαρμογή μέτρων που θα μετατοπίζουν τα μεγάλα φορολογικά βάρη στους έχοντες, θα πατάσσουν την φοροδιαφυγή, θα δίνουν αναπτυξιακές προοπτικές στις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας και θα στηρίζουν τους αδύναμους και όλα αυτά μέσω μίας αναδιαρθρωμένης δημόσιας διοίκησης, η οποία θα λειτουργήσει αποδοτικά μακριά από πελατειακές σχέσεις.

Ετικέτες: