Οι αόρατοι

Αλήθεια, θα πρέπει να παραδεχτούμε, ότι το να είσαι αόρατος, αποτελεί μία εκ των πολυπόθητων υπερδυνάμεων. Και ποιος δεν θα ήθελε να κατέχει τη δύναμη να εξαφανίζεται από προσώπου γης, κατά παραγγελία. Ακόμη και τράπεζα θα μπορούσε κάποιος να ληστέψει και κανείς δεν θα μπορούσε να καταλάβει ποτέ τίποτε, όσες φορές κι αν έπαιζε ξανά το βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας. Τα χρήματα σηκώθηκαν, μπήκαν σε μία σακούλα και η σακούλα βγήκε μόνη της στο δρόμο.

Ακόμη κι αν η κατάσταση αυτή δεν πηγάζει μέσα από κάποιο υπερφυσικό πλαίσιο, αόρατοι υπάρχουν πολλοί. Μπορούν να περάσουν απαρατήρητοι στην τράπεζα, στη δουλειά, στα καθήκοντά τους, στις δημόσιες θέσεις τους.

Υπάρχουν όμως και αόρατοι, οι οποίοι δεν ελέγχουν ακριβώς τις δυνάμεις τους. Μπορεί να παραμένουν αόρατοι σχεδόν πάντοτε, ερχόμενοι στην κοινή θέα μόνο μία δύο φορές το χρόνο, ενώ μετά ξαναπέφτουν πάλι στη λήθη της μη ορατότητας. Υπάρχουν, βέβαια, κι εκείνοι που θέλουν να είναι ορατοί συνεχώς, ωστόσο, μόλις ‘στριμωχτούν’, μόλις τα πράγματα δυσκολέψουν για εκείνους, ξεπηδά από μέσα τους η δύναμη και εξαφανίζονται, για όσο χρειαστεί.

Οι αόρατοι είναι παντού. Στον πρώτο βαθμό αυτοδιοίκησης, στο δεύτερο. Στη Βουλή, ας πούμε, πρόκειται για τη συντριπτική πλειοψηφία. Οι αόρατοι της αυτοδιοίκησης ωστόσο, είναι περισσότερο ενδιαφέροντες, μιας και παρά τη δυνατότητά τους να εξαφανίζονται, βρίσκονται πολύ κοντά στους πολίτες κι έτσι μία κλεφτή ματιά κάποιου, η εκούσια περιοδική “κορώνα”, το ακούσιο σπρώξιμο ενός αόρατου μπράτσου και ένα “Α! Εσύ ήσουν τελικά!”, μπορεί να τους επανεμφανίσει από το πουθενά.

Οι αόρατοι της αυτοδιοίκησης είναι πολλοί. Είναι αυτά τα πρόσωπα, που ξέρεις ότι είναι “κάτι” σε ό,τι αφορά τα κοινά, αλλά δεν ξέρεις τι. Άλλες φορές, τηρούν σιγή ιχθύος και αποφεύγουν τα μικρόφωνα, τις κάμερες και τα τηλέφωνα, όπως ο διάολος το λιβάνι. Άλλες πάλι, βρίσκονται παντού, αλλά, ουσιαστικά, πουθενά. Η δραστηριότητά τους είναι με μία πρώτη ματιά εμφανής, αλλά εν τοις πράγμασι ανύπαρκτη. Είναι όλοι αυτοί, που όλοι ξέρουν, ότι κάτι κάνουν, αλλά κανείς τι ακριβώς.

Οι αόρατοι είναι επικίνδυνοι. Καταλαμβάνουν θέσεις, οι οποίες δίνονται σε συγκεκριμένα άτομα, που εκπροσωπούν το κοινωνικό σύνολο. Εκπροσώπηση, σημαίνει παρουσία. Προκειμένου να μεταφέρεις τις απόψεις ενός ευρύτερου συνόλου, αλλά και να υπερασπιστείς τα δικαιώματά του, απαιτείται να βρίσκεσαι παρών, καθώς και ορατός. Αντίθετα, οι αόρατοι, είτε δεν φαίνονται και δεν ακούγονται πουθενά, είτε κάνουν υπερβολική φασαρία, φορώντας περίλαμπρα προσωπεία και κουνώντας τοτέμ με άχρηστα φανταχτερά μπιχλιμπίδια για αντιπερισπασμό, με στόχο να καλύψουν την πραγματική τους όψη και την πλήρη πολιτική τους ανυπαρξία.

Η ζημιά, ωστόσο, που προκαλούν οι αόρατοι, είναι μάλλον ορατή και δη, σημαντική. Οι απρόσωποι αυτοί εκπρόσωποι εξαφανίζουν, μαζί με την πολιτική τους περσόνα και τη φωνή, όλων, όσοι τους επέλεξαν ως “αγγελιοφόρους” του μηνύματός τους, ως υπεύθυνους για την υπεράσπιση των διεκδικήσεών τους, ως πρόσωπα εμπιστοσύνης, με αντάλλαγμα μία ησυχία, την οποία δεν θα έπρεπε κανείς να ζητά, από τη στιγμή, που επιλέγει να αξιώσει μία δημόσια θέση.

Παρ’ όλα αυτά, οι αόρατοι δεν προκύπτουν τυχαία. Προκύπτουν μέσα από μία κοινωνία, που προτιμά να στρουθοκαμηλίζει, να στρέφει το βλέμμα της αλλού, να αδιαφορεί για την δημόσια διοίκηση σε τοπικό επίπεδο, απορρίπτοντάς την – εσφαλμένα – ως ήσσονος σημασίας. Μέσα από την κοινωνία, που με τη στάση της συμβάλλει, ώστε η τοπική πολιτική, το σημαντικότερο κομμάτι μίας δημοκρατικά δομημένης κοινωνίας, να είναι και να παραμένει... αόρατη.