Η πειρατεία στη Σύρο

  • Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου, 2015 - 11:40

Της Υποπλοιάρχου (ε.α.)

Ουρανίας Πανταζή Π.Ν.

«Αϊ μου Γιώργη φύλακα, απάντα το νησί μας
έβγα με την κοντάρα σου γιούργιαρε τσι εχθροί μας.
Γύρω τριγύρω στο νησί πλανάρου οι γαλιώτες κι αφνήδια μας προβαίνουσι και μας πατούν οι κλέφτες.
Και μπένου μέσ’ τις μάντρες μας, αρνιά δεν μας αφήνουν,
τα πιο καλά μας πράματα τα τρώσι και τα πίνουν.
Οι Τουρκοκλέφτες είν’ αυτοί που μας εβασανίζουν
και τη ζωή μας πολλωνώ μας τήνε υστερίζουν.
Λυπήσου Αϊ-Γιώργη μας εμάς και τα παιδιά μας
Και γλύτωσέ μας γρήγορα από τα βάσανά μας.
Αϊ-Γιώργη Καππαδόκε αδικοσκοτωμένε
και διά την πίστι του Χριστού σκληρά βασανισμένε.
Λυπήσου ναι και μας που βλέπεις τι τραβάμε
διαφέντεψέ μας Άγιε μας να σε δοξολογάμε».

Με τη δραματική αυτή επίκληση λέγεται ότι οι Συριανοί γεωργοί ζητούσαν τη βοήθεια του προστάτη τους Αγίου Γεωργίου , για τη σωτηρία από τις πειρατικές επιδρομές.

ΒΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ

Πρωταγωνιστές της πειρατείας στο Αιγαίο αλλά και στη Μεσόγειο ήταν , από τη μια η  Πύλη και από την άλλη η χριστιανική δύση . Σε περίοδο πολέμου, ο Πάπας, ο αυτοκράτορας Κάρολος Ε΄ αλλά και ο Σουλτάνος, χρηματοδοτούσαν την πειρατεία. Κύριο αίτιο και σκοπός της πειρατείας ήταν σταθερά το κέρδος μέσα από τη λεηλασία, όμως πάντα εις βάρος της ναυτιλίας, του εμπορίου αλλά, κυρίως, εις βάρος των παράκτιων πληθυσμών και των νησιωτών  του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.

Στο παιχνίδι , στη συνέχεια θα μπουν και οι Ελληνες ναυτικοί, εκμεταλλευόμενοι τις ιστορικές ευκαιρίες, έχοντας υπό τον έλεγχό τους ένα μεγάλο μέρος του επίσημου εμπορίου στα λιμάνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Θα κάνουν ολοένα συχνότερη και εντονότερη την παρουσία τους στη θάλασσα, αξιοποιώντας την πείρα τους, τα συσσωρευμένα κέρδη τους από το νόμιμο εμπόριο αλλά και από την πειρατεία, η οποία... συνεχίστηκε στο Αιγαίο και μετά το 1821.(Καθημερινή).

Η ανάγκη για επιβίωση εξωθούσε ολόκληρα νησιά να συνθηκολογήσουν με τους πειρατές. Αυτή τους η στάση όμως δεν τους λύτρωνε από τα δεινά, γιατί οι Τούρκοι τους κατηγορούσαν  ότι υπέθαλπταν την πειρατεία. Οι Κυκλαδίτες αρκετές φορές, διακινδυνεύοντας τη ζωή τους προσπάθησαν να προστατέψουν τις τουρκικές αρχές αναλογιζόμενοι το μένος του Kαπουδάν-πασσά, όταν θα ερχόταν στα νησιά και θα μάθαινε πως αδιαφόρησαν για την τύχη κάποιου εκπροσώπου της εξουσίας στη διάρκεια της πειρατικής επιδρομής.

Πληθώρα εγγράφων αναφέρουν διάφορα περιστατικά  για την πειρατεία στη Σύρο. Ετσι μαθαίνουμε ότι το 1723 οι Συριανοί έπιασαν αιχμαλώτους δύο κακότροπους σπαντίδες (πειρατές) και τους έστειλαν στους Τούρκους, σύμφωνα με τις διαταγές που είχαν. Δεν έστειλαν όμως μαζί και τα όπλα τους και οι Τούρκοι τους απείλησαν να τα στείλουν αμέσως. Πολλές φορές οι Συριανοί βοηθούσαν τους Φράγκους κουρσάρους σε βάρος των Τούρκων κι αυτό φυσικά οι Τούρκοι δεν τ’ άφηναν ατιμώρητο.

Στους πρώτους μήνες του Ρωσοτουρκικού πολέμου παρατηρήθηκε έντονη πειρατική δράση στο Αιγαίο. Οι κυριότεροι πειρατές ήταν την εποχή αυτή οι Σφακιώτες και οι Αλβανοί, που μαζί επιτέθηκαν στα 1770 στη  Σύρο. Την επιδρομή αυτή περιγράφει ο ιστορικός της Σύρου, πατέρας Δελλαρόκας.

Στα 1771 ο τρομερός πειρατής, η φοβερή μάστιγα της εποχής, ο λήσταρχος Μητρομάρας, ο ατρόμητος, με 32 Αλβανούς προέβη σε επιδρομή κατά της Σύρου για να τη λεηλατήσει. Πληγώθηκε όμως από το νέο Αντ. Ρώσση και υποχρεώθηκε να φύγει.

Το 1772 ο ρωσικός στόλος καταδίωξε συστηματικά τους πειρατές, που για ένα διάστημα φάνηκε να έχουν εξαφανιστεί. Πολλά έγγραφα αναφέρονται σε διάφορες πειρατικές επιδρομές σε απόμερους κάβους αλλά και μες στο ίδιο το λιμάνι της Σύρου.

Με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1781 οι επίτροποι της Σύρου παρακαλούν τον Δημητράκη Μαυρογένη, βοεβόδα της Μυκόνου, να πληροφορήσει τον καπουδάν πασά, πως στις 28 Ιουλίου του 1781 Μαλτέζοι πειρατές απήγαγαν από το λιμάνι της Σύρας ένα σαμπίκο κρητικό, φορτωμένο σαπούνι και λάδι, σε συνεννόηση και με τις πλάτες των Τούρκων. Στις 23 Φεβρουαρίου του 1795  ο Τούρκος καπετάνιος Αλής συγκρούστηκε με Μαλτέζους πειρατές, μες στο  λιμάνι της Σύρου, με αρκετές απώλειες κι από τα δύο μέρη.

Από  άλλο έγγραφο στις 31 Μαρτίου 1811 μαθαίνουμε πώς «ο Συριανός έμπορος Λινάρδος Βαμβακάρης αγόρασε σε πλειστηριασμό από έναν κουρσάρο στο λιμάνι της Σύρου μια μπομπάρδα φορτωμένη κρασί και πώς στη συνέχεια ένα εγγλέζικο μπρίκι μπαίνοντας στο λιμάνι της Σύρου και βρίσκοντας την κουρσεμένη μπομπάρδα, την κατέλαβε και τη ρυμούλκησε στη Σμύρνη, όπου παρέπεμψε και το διαμαρτυρόμενο αγοραστή να πάει για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του».

Ο μοναχός Urbano de Parigi αναφερόμενος στη Σύρο (το 17αιώνα) δίνει την πληροφορία πως οι κάτοικοι, μόλις αντικρίσουν κάποιο πλοίο, τρέχουν να κρυφτούν στο εσωτερικό του νησιού. Οι Τούρκοι χλευαστικά τους αποκαλούν λαγούς. 

Αντίθετη άποψη έχει ο καπουτσίνος μοναχός Πλασίντ στα μέσα του 17ου αιώνα , ο οποίος σε μια σειρά από επιστολές του περιγράφει με παραστατικό και γλαφυρό τρόπο τη διαμονή και τα ταξίδια του στα νησιά του Αιγαίου, παρέχοντας ταυτόχρονα εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη ζωή των κατοίκων . Στο απόσπασμα που ακολουθεί αναδεικνύεται μια δραστηριότητα των γυναικών της Σύρου: ΄΄είναι αυτές οι ίδιες γυναίκες που έχουν την κατασκευή της γαλέτας για τους πειρατές. Η κάθε μια τους κατέχει ατομικούς χειρόμυλους με τους οποίους αλέθουν το σιτάρι που τους προμηθεύουν οι ίδιοι οι κουρσάροι, πράγμα που είναι εις βάρος των Τούρκων, αφού, διαφορετικά οι πειρατές δε θα είχαν τη δυνατότητα να τους πολεμούν. Η διανομή του σιταριού από τους πειρατές στις γυναίκες έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Αυτός που επιθυμεί γαλέτες και τις πληρώνει, στέλνει στους οικισμούς τους ανθρώπους του για να τις ειδοποιήσουν να είναι έτοιμες και να φτάσουν γρήγορα στο λιμάνι, αμέσως μόλις φτάσει το πλοίο. Αυτές οι φτωχές γυναίκες φεύγουν αμέσως για το λιμάνι, έχοντας ένα σάκο στα χέρια και πηγαίνουν προς τους ναύτες. Αυτοί καταγράφουν το βάρος του σιταριού που τους δίνουν και μετά οι γυναίκες στρέφουν φορτωμένες, μεταφέροντας το σακί πάνω στο κεφάλι. Παραξενεύτηκα πολύ μ΄ αυτό τον τρόπο συνδιαλλαγής, αφού αυτές οι γυναίκες έκαναν αυτή τη δουλειά ευχαρίστως, επειδή ήταν πεπεισμένες ότι θα τις πλήρωναν καλά γι΄ αυτή τη δουλειά. Πράγματι , εκτός από αυτό έχουν και όφελος πάνω στην ποσότητα που παραλαμβάνουν, γιατί, όχι σπάνια, ανακατεύουν το σιτάρι που τους δίνουν με ορισμένη ποσότητα κριθαριού. Οι πειρατές όμως συχνά το αντιλαμβάνονται και τους κατακρατούν τις γαλέτες δίχως να τις πληρώνουν. Ετσι αυτές οι δύσμοιρες, για να κερδίσουν κάτι, εκτίθενται σε κάθε απρόοπτο΄΄.

Σύμφωνα με τον Πλασίντ οι γυναίκες του νησιού φέρεται να διατηρούν στενές σχέσεις με τους πειρατές. Αντί να φεύγουν πανικόβλητες με την εμφάνιση κάποιου πειρατικού πλοίου, σπεύδουν οικειοθελώς στο λιμάνι, προκειμένου ν΄ αναλάβουν έναντι αμοιβής, την άλεση του σιταριού και την τροφοδοσία των πειρατικών πλοίων με γαλέτα. Ο Πλασίντ υποστηρίζει ότι οι πειρατές όχι μόνο δεν αποσπούν με τη βία τα αγαθά ή έστω την εργασία των ντόπιων αλλά πέφτουν και θύματα εξαπάτησης από τις γυναίκες του νησιού. Ο Πλασίντ είναι ευνοικά διακείμενος προς του πειρατές , διότι οι καπουτσίνοι συνεργάζονταν μαζί τους και δέχονταν τις απλόχερες ευεργεσίες τους. (Πειρατεία στο Αιγαίο: Επιστημονικό συμπόσιο / Δ. Δημητρόπουλος).

Οι ήρωες του Ιουλίου Βερν , από το βιβλίο ΄΄Πειρατές του Αιγαίου΄΄ ο φοβερός πειρατής Νικόλαος Στάρκος ή Σακρατίφ με το πλοίο του ΄΄Κάρυστος΄΄   και ο Γάλλος φιλέλληνας Ερρίκος ντ΄ Αλμπαρέ με το δικό του πλοίο τη ΄΄Σιφάντα΄΄ ,  βρίσκουν καταφύγιο στο λιμάνι της Σύρας . Τον Ερρίκο υποδέχτηκαν  εγκάρδια  οι κάτοικοι , ο Γάλλος πρόξενος  και ο καθολικός Επίσκοπος , ενώ ο Σακρατίφ έμεινε για μέρες στο λιμάνι πριν αναχωρήσει για την Κρήτη.

Ο  Δεριγνύ αναφέρει τον Απρίλιο του 1826, ότι «είναι αδύνατον στο Αιγαίο να πλεύσει σκάφος έστω και 10 λεύγες χωρίς να προσβληθεί από πειρατές. Σε καμία άλλη θάλασσα δεν  έχει εμφανισθεί τέτοια θρασεία πειρατεία της οποίας οι δράστες να μένουν ατιμώρητοι αλλά και προστατευόμενοι».

Αυτός που κατόρθωσε να ελέγξει την κατάσταση ήταν ο Καποδίστριας, όταν ήρθε τον Ιανουάριο του 1828 στην Ελλάδα, για να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Η καταστολή της πειρατείας υπήρξε άμεση και εντυπωσιακή. Οι Δυνάμεις βέβαια πίεζαν τον Καποδίστρια σ΄ αυτό το θέμα, γιατί βλαπτόταν σοβαρά το εμπόριο τους. Ο κυβερνήτης οργάνωσε δύο ναυτικές μοίρες με τον Κ. Κανάρη και τον Ανδρέα Μιαούλη και με την παράλληλη δράση των ξένων στόλων κατέστρεψε τα ορμητήρια του Αιγαίου.