Του Γιώργου Ξανθάκη

Σινεπιλογές

  • Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου, 2019 - 06:10

Το Βαποράκι/The Mule (2018) του Clint Eastwood

Η επιστροφή του γηραιού κυρίου

Ο βετεράνος ηθοποιός– σκηνοθέτης Clint Eastwood (γενν. 1930) έγινε διάσημος από τα επικά και ειρωνικά, σπαγγέτι γουέστερν (1964-1966) του Σέρτζιο Λεόνε, στο ρόλο του σκληρού, κυνικού, αμίλητου, τυχοδιώκτη πιστολέρο. Στη συνέχεια επιβλήθηκε ως υπερβίαιος επιθεωρητής Χάρι Κάλαχαν στο καθοριστικό, για την καριέρα και την εικόνα του, «Dirty Harry» του Ντον Σίγκελ. Κατά συνέπεια, ο Eastwood, στην αρχή της σκηνοθετικής σταδιοδρομίας του αντιμετώπισε το ζήτημα του πώς να διαχειριστεί την κληρονομημένη από τους βίαιους και κυνικούς ρόλους, περσόνα του. Στις πρώτες ταινίες που σκηνοθέτησε, συναντάμε την εικόνα και την επιβολή ενός σκληρού, macho ήρωα. Ο Eastwood προοδευτικά, έμαθε να διαχειρίζεται έξυπνα και δημιουργικά αυτό το image που τον συνοδεύει έως και την τελευταία ταινία του “Tο Βαποράκι/The Mule” (2018).

Από τις σκηνοθετικές του δουλειές ξεχωρίζουν αβίαστα, η βιογραφία του κορυφαίου τζαζίστα Τσάρλι Πάρκερ «Bird» (1988), το αριστουργηματικό γουέστερν «Ασυγχώρητοι» (1992), το ερωτικό ποίημα οι «Γέφυρες του Μάντισον» (1995), το κοινωνικοπολιτικό θρίλερ «Σκοτεινό ποτάμι» (2003) και το συνταρακτικό «Million Dollar Baby» (2004), με θέμα το άπιαστο κι αδυσώπητο αμερικάνικο όνειρο, φιλμ που βραβεύτηκε με 4 Όσκαρ. Το 2006 γύρισε δύο ταινίες με ιστορικά θέματα τις «Σημαίες των προγόνων μας» και τα «Γράμματα από το Ίβο Τζίμα» που περιγράφουν την ίδια μάχη, από διαφορετική σκοπιά και άποψη, πρώτα από τη αμερικάνικη και μετά από τη γιαπωνέζικη. Το 2008 παρουσίασε δυο εξαιρετικά έργα, την συγκινητική «Ανταλλαγή», όπου κριτικάρει τις ανισορροπίες της αμερικάνικης δικαιοσύνης και το «Gran Torino», στο οποίο περιγράφει τη σταδιακή μεταστροφή ενός εβδομηντάχρονου macho χαρακτήρα σε έναν ηπιότερο, με κατανόηση και σοφία άνθρωπο. Η «ζωή μετά» (2010), είναι μια φιλότιμη προσπάθεια να μιλήσει για τη μεταφυσική, ενώ το 2014 σκηνοθετεί με επιτυχία τη μουσική ταινία «Jersey boys». Ο  Eastwood έχει σταδιακά εξελιχθεί από ένα αφηγητή παροξυσμικά βίαιων αστυνομικών φιλμ και γουέστερν σε ένα γαλήνιο και διαυγή κλασικιστή που φιλμογραφεί με λιτότητα, μεστότητα και συγκίνηση.

Στο λυκόφως της δημιουργίας

Από τις πάνω από τριάντα σκηνοθετικές προσπάθειες του Eastwood, η τελευταία του, «Το Βαποράκι/ The Mule», είναι από τις λιγότερο πετυχημένες. Αυτή είναι η δεύτερη ταινία που κυκλοφόρησε το 2018 από τον 88χρονο σκηνοθέτη και η δεύτερη (μετά το απογοητευτικό «15:17 to Paris») που δείχνει υποτονική, ίσως σηματοδοτώντας ότι ο θρύλος της οθόνης είτε χρειάζεται πιο δυνατό υλικό είτε έχει φτάσει σε δημιουργική στασιμότητα.

«Το Βαποράκι» αποτελεί την αληθινή ιστορία ενός 90χρονου που γίνεται «μουλάρι» ναρκωτικών για ένα μεξικάνικο καρτέλ. Το σενάριο ανήκει στον Nick Schenk, ο οποίος έγραψε επίσης το «Gran Torino», την τελευταία, μέχρι σήμερα, μεγάλη ταινία του Eastwood. Βασίστηκε στο άρθρο του Sam Dolnick του 2014 στο “The New York Times”, σχετικά με τον Leo Sharp, τον βετεράνο του Κορεατικού Πολέμου, ο οποίος έγινε ένας «αστικός μύθος» μετά το λαθρεμπόριο εκατοντάδων κιλών κοκαΐνης στις Ηνωμένες Πολιτείες για τον περιβόητο βαρώνο «El Chapo». Στο φιλμ ο Leo Sharp, μετονομάστηκε σε Earl Stone και ερμηνεύεται, φυσικά, από τον Eastwood.

Όταν η ταινία ανοίγει, ο Earl έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του ως ανθοκαλλιεργητής, που έχει αποξενωθεί από τη γυναίκα και την κόρη του. Αλλά όταν η επιχείρησή του καταρρέει, ο Earl διαπιστώνει ότι έχει πλέον περισσότερο χρόνο για την οικογένειά του, αν και αντιμετωπίζει το γεγονός ότι η διαχρονική του προσοχή στην καριέρα του είχε ως συνέπεια να μην τον θέλει κανείς  εκτός από την εγγονή του. Προσπαθώντας να κερδίσει χρήματα για να προσφέρει, καθυστερημένα, στους αγαπημένους του ο Earl έρχεται σε επαφή με τα καρτέλ μέσω μιας τυχαίας γνωριμίας. Έτσι δεν διστάζει να γίνει μεταφορέας για πολλά κιλά κοκαΐνης με το φορτηγό του και μετά από αρκετές διαδρομές, με την άνεση του πίσω από το τιμόνι κερδίζει  την εμπιστοσύνη του αρχηγού του καρτέλ (Andy García).Όμως η υπηρεσία καταπολέμησης των ναρκωτικών τον έχει βάλει στο μάτι και δύο πράκτορες, ο Bates (Bradley Cooper) και ο Trevino (Michael Peña), ερευνούν και πλησιάζουν στον εντοπισμό του.         

Ο χαρακτήρας του Earl είναι ένας κακόβουλος φανατικός που αρνείται να ξεφύγει από την κακή συμπεριφορά του. Εκφράζει περηφάνια για τον περιστασιακό  ρατσισμό του και αισθάνεται δικαιολογημένος, πιθανότατα από τις υπηρεσίες που πρόσφερε στη χώρα του, να μεταχειρίζεται όποιον δεν του αρέσει σαν σκουπίδι, συμπεριλαμβανομένης και της οικογένειάς του. Αλλά επειδή είναι ο Clint Eastwood, υποτίθεται ότι πρέπει να αγνοήσουμε το γεγονός ότι η συμπεριφορά του Earl είναι απαίσια και να το βρούμε πολύ διασκεδαστικό. Επίσης οπτικά δυσάρεστες είναι οι σκηνές της ερωτικής συνεύρεσης του γηραιού Earl με πολύ νεότερες γυναίκες, που ο θεατής αισθάνεται ότι έχουν σχεδιαστεί από το σενάριο, μόνο και μόνο για να υποδείξουν ότι ο Eastwood είναι κατά κάποιο τρόπο ακόμη σεξουαλικά επιθυμητός. Είναι πολύ πιθανό ότι κάποιοι ευαίσθητοι και με προκαταλήψεις θεατές θα ενοχληθούν σε κάποια σημεία της ταινίας.

Όπως και οι περισσότερες ταινίες του Eastwood των τελευταίων είκοσι χρόνων ή και περισσότερο, το «Βαποράκι» είναι πολύ εύκολο να το παρακολουθήσει ο μέσος θεατής, καθώς συνδυάζει την ταινία δράσης με αυτήν της  ανάλυσης χαρακτήρων. Ωστόσο ως ταινία δράσης στερείται νεύρου και έντασης και ως χαρακτηρολογική ανάλυση στερείται βάθους και καρδιάς. Τελικά τα δυο δομικά στοιχεία λειτουργούν υπονομευτικά το ένα εις βάρος του άλλου, ενώ παραμένουν αρκετά ρηχά και μονοδιάστατα, με αποτέλεσμα να κάνουν την ταινία απλά συμπαθητική. Έτσι δεν έχουμε παρά να περιμένουμε την ανάκαμψη του μεγάλου δημιουργού με ένα τελικό αριστούργημα.

 

Ετικέτες: